Μια εξέταση αίματος μπορεί να προβλέψει την άνοια - Τι δείχνει νέα μελέτη
Επιστήμονες βρήκαν ότι αυξημένα επίπεδα της p-tau217 συνδέονται με σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης γνωστικής έκπτωσης.
Η νόσος Αλτσχάιμερ δεν εμφανίζεται από τη μια μέρα στην άλλη. Οι αλλαγές που προκαλεί στον εγκέφαλο ξεκινούν πολλά χρόνια πριν γίνουν αισθητές οι πρώτες δυσκολίες στη μνήμη ή στη σκέψη. Αυτό ακριβώς το μεγάλο χρονικό παράθυρο προσπαθεί να αξιοποιήσει η επιστημονική κοινότητα, αναζητώντας τρόπους να εντοπίζει όσους κινδυνεύουν πριν εκδηλώσουν συμπτώματα.
Μια νέα διεθνής μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο JAMA, αναφέρει ότι τα επίπεδα μιας πρωτεΐνης στο αίμα, της p-tau217, μπορούν να προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες για το πόσο πιθανό είναι ένας κατά τα άλλα υγιής ηλικιωμένος να εμφανίσει γνωστική έκπτωση τα επόμενα χρόνια. Οι ίδιοι ερευνητές, πάντως, ξεκαθαρίζουν ότι το τεστ δεν είναι ακόμη έτοιμο να χρησιμοποιηθεί στην καθημερινή ιατρική πράξη ούτε συνιστάται σήμερα ως προληπτική εξέταση για άτομα χωρίς συμπτώματα.
Μια πρωτεΐνη που «μαρτυρά» τις πρώτες αλλαγές στον εγκέφαλο
Η πρωτεΐνη p-tau217 σχετίζεται με τις βιολογικές αλλαγές που χαρακτηρίζουν τη νόσο Αλτσχάιμερ. Όταν οι παθολογικές διεργασίες αρχίζουν να εξελίσσονται στον εγκέφαλο, τα επίπεδά της αυξάνονται και μπορούν να ανιχνευθούν στο αίμα. Μέχρι σήμερα, οι γιατροί βασίζονταν κυρίως σε ακριβές εξετάσεις, όπως η τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET), ή σε εξετάσεις εγκεφαλονωτιαίου υγρού για να εντοπίσουν αυτές τις αλλαγές. Μια αξιόπιστη εξέταση αίματος θα μπορούσε να κάνει αυτή τη διαδικασία πολύ πιο απλή, οικονομική και προσβάσιμη. Το μεγάλο ερώτημα, όμως, δεν ήταν μόνο αν η p-tau217 αντανακλά τις αλλαγές στον εγκέφαλο, αλλά και αν μπορεί να προβλέψει με αρκετή ακρίβεια ποιοι άνθρωποι κινδυνεύουν να εμφανίσουν προβλήματα μνήμης και σκέψης μέσα στα επόμενα χρόνια.
Τι έδειξε η μελέτη σε περισσότερους από 2.600 ανθρώπους
Για να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα, οι ερευνητές συνδύασαν στοιχεία από έξι μεγάλες μελέτες σε Ηνωμένες Πολιτείες, Αυστραλία και Ιαπωνία, αξιοποιώντας δεδομένα από 2.684 άτομα που δεν εμφάνιζαν γνωστική έκπτωση κατά την έναρξη της έρευνας. Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν αρχικά σε αιματολογικές εξετάσεις για τη μέτρηση της p-tau217 και στη συνέχεια παρακολουθήθηκαν για διάστημα που έφτασε έως και τα 13,5 χρόνια. Παράλληλα, αξιολογούνταν τακτικά η μνήμη, η σκέψη και οι υπόλοιπες γνωστικές λειτουργίες τους, ώστε να διαπιστωθεί ποιοι εμφάνιζαν ήπια γνωστική διαταραχή ή άνοια. Στη διάρκεια της παρακολούθησης, 478 άτομα παρουσίασαν γνωστική έκπτωση.
Η ανάλυση έδειξε ένα ξεκάθαρο μοτίβο: όσο υψηλότερα ήταν τα επίπεδα της p-tau217 στην αρχή της μελέτης, τόσο μεγαλύτερη ήταν η πιθανότητα εμφάνισης γνωστικών προβλημάτων αργότερα. Οι διαφορές ήταν ιδιαίτερα εμφανείς όταν οι ερευνητές υπολόγισαν τον απόλυτο κίνδυνο μέσα στην επόμενη πενταετία. Τα άτομα με χαμηλά επίπεδα της πρωτεΐνης είχαν περίπου 12% πιθανότητα να εμφανίσουν γνωστική έκπτωση μέσα σε πέντε χρόνια. Το ποσοστό αυξανόταν στο 24% για όσους είχαν υψηλές τιμές, ενώ έφτανε στο 38% για εκείνους με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις της πρωτεΐνης. Παράλληλα, όσοι είχαν αυξημένη p-tau217 παρουσίαζαν ταχύτερη επιδείνωση στις δοκιμασίες μνήμης και γνωστικών λειτουργιών σε σχέση με όσους είχαν χαμηλές τιμές.
Η χρησιμότητα της πρωτεΐνης p-tau217
Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα ήταν ότι η εξέταση αίματος προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες, ακόμη και όταν οι ερευνητές λάβουν υπόψη τα αποτελέσματα των ειδικών απεικονιστικών εξετάσεων του εγκεφάλου. Αυτό σημαίνει ότι η p-tau217 φαίνεται να αποτυπώνει πτυχές της εξέλιξης της νόσου που δεν εξηγούνται αποκλειστικά από τις ήδη γνωστές μεθόδους.
Η μελέτη θεωρείται σημαντικό βήμα προς την ανάπτυξη πιο αξιόπιστων εργαλείων πρόβλεψης. Στο μέλλον, μια απλή εξέταση αίματος θα μπορούσε να βοηθήσει τους γιατρούς να εντοπίζουν ανθρώπους με αυξημένο κίνδυνο, να τους εντάσσουν νωρίτερα σε κλινικές δοκιμές νέων θεραπειών και, όταν υπάρξουν περισσότερα δεδομένα, ίσως να υποστηρίζει και πιο εξατομικευμένες αποφάσεις για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της νόσου.